Πόλη και δήμαρχοι

Θα ήθελα να καταθέσω άποψη, τώρα που γίνεται λόγος γιά υποψηφιότητες στον Δήμο της πόλης μας.

  1. Ο Δήμαρχος να μη μπορεί να αυτοπροτείνεται αλλά να τον προτείνουν Ομάδες Πολιτών και μεμονωμένοι πολίτες. Όποιος δεν συμπληρώνει τον προκαθορισμένο αριθμό πολιτών, δεν μπορεί να συνεχίσει.
  2. Να υπάρξει ομάδα εγκρίτων πολίτων, να εξετάσει τους υποψήφιους σε μερικά στοιχειώδη και βασικά πράγματα, όπως: 1. Γνώση Υπολογιστή. 2. Καλός χειρισμός του κινητού τηλεφώνου. Π.χ. Να ξέρει να στέλνει μηνύματα. Να ξέρει να αποθηκεύει επαφές κ.λ.π. 3. Γνώση Γεωγραφίας και Ιστορίας του Δήμου, πρωτεύουσας και χωριών. 4. Διαφάνεια στα οικονομικά του. 5. Καλό είναι να γνωρίζει και ορθογραφία, και του πολυτονικού αλλά οπωσδήποτε του μονοτονικού.
  3. Οπωσδήποτε γνώση ξένης γλώσσας, εκτός από ποντιακά, βλάχικα, χωριάτικα και λοιπές διαλέκτους της Ελληνικής.
  4. Η Αλβανική, Τουρκική, ή κάποια Σλαβική να θεωρείται δεκτή και ισόκυρη γλώσσα. Η λεγόμενη σλαβομακεδονική, που ομιλείται στα ελληνικά βόρεια μακεδονίτικα χωριά μας, να θεωρείται ελληνική διάλεκτος, όπως και είναι.
  5. Σεβασμός στην ελληνική παράδοση και στην ορθόδοξη πίστη.

 

Πολλά από τα παραπάνω, ενώ τα ζητούν από τους πολίτες, οι άρχοντες δεν τα κατέχουν.

Δεν μιλούμε γιά ήθος, ιθαγένεια, ορθόδοξη πίστη. Αυτά οπωσδήποτε εξυπακούονται.

Όπως επίσης και το καθαρό ποινικό μητρώο.

Ίσως κάποια να θεωρούνται αυτονόητα. Αυτονόητα μπορεί να είναι, αλλά ό,τι δεν λέγεται δεν ισχύει.

Επειδή ακριβώς θεωρούμε το κυβερνάν από τα μεγαλύτερα χαρίσματα του Θεού στον άνθρωπο, και επιεδή σεβόμαστε πάσαν αρχήν και εξουσίαν εν τω κράτει ημών, και σε κάθε ιερή ακολουθία μας μνημονεύονται οι άρχοντές μας καθώς και ο φιλόχριστος στρατός, γιά τον λόγο αυτόν, και έχουμε άποψη και την καταθέτουμε.

Αν τα πολιτικά κόμματα νομίζουν ότι οι ρασσοφόροι δεν είμαστε έλληνες πολίτες, και συνεπώς δεν μπορούμε να έχουμε άποψη, τότε οφείλει η Εκκλησία να απαλείψει τις δύο συξκεκριμένες αιτήσεις από τις καθημερινές ιερές ακολουθίες καθώς και από την θεία λειτουργία.

Δυστυχώς σχεδόν καθημερινά οι άρχοντες και της πόλης και της Γλυκυτάτης Πατρίδας μας, που είναι ποτισμένη με αίμα αθώων ηρώων και αγίων μαρτύρων, εκτίθενται ανεπανόρθωτα. Και αυτό το θεωρούμε βαθειά προσβολή της ελληνικής ψυχής και της ορθόδοξης ζωής. Και πονάει η καρδιά μας γιά την κατάντια αυτήν.

Αυτά προς το παρόν. Γιά κάθε ένα από τα παραπάνω ζητούμενα, υπάρχουν παραδείγματα.

Αδελφοί Χριστός Ανέστη, ακόμα και σε μία Πατρίδα Ελλάδα που καθημερινά την πυροβολούν πρώτα από όλους οι άρχοντές μας.


Θωμάς και πληγές

 

Στον άγιο απόστολο Θωμά ο αναστημένος Χριστός είπε να βάλει στις πληγές του το δάχτυλό του.

Αυτό μπορούμε να το εξηγήσουμε ως εξής: Στην Εκκλησία, όλες οι πληγές είναι ανοιχτές και όλες οι πληγές είναι φανερές, δεν κρύβονται, και όλες τις πληγές μπορείς να τις ακουμπήσεις.

Έτσι απόψε ίσως η γραφίδα μας γίνει κάπως σκληρή, γιατί θα γράψουμε γιά κάποιες ανοιχτές πληγές.

Τις προάλλες, Μεγάλη Παρασκευή, πριν την έξοδο του Επιταφίου, λέγαμε ότι: «κάποιες χρεωκοπημένες ιδεολογίες και κάποιοι φιλόσοφοι μιλούν και λένε ότι ο Θεός πέθανε ή ότι δεν υπάρχει Θεός.»

Εκείνη την στιγμή, μπαίνει στο καθολικό του ναού μας μία κυρία με φόρεμα περίπου εβδομήντα εκατοστά, που ξεκινούσε από τα μισά και κάτω του στήθους και έφτανε στην αρχή περίπου των μηρών ή λίγο πιό κάτω. Το υπόδημα ήταν πλέον των είκοσι … εκατοστών. Δίπλα στην κυρία, γκριζομάλλης κύριος την συνόδευε.

Στην πύλη της Μονής υπάρχουν ανακοινώσεις σχετικές με την ευπρεπή ενδυμασία, και γιά έναν επί πλέον όγο, το ότι δηλαδή είμαστε μοναστήρι.

Δεν έχουμε στην είσοδο φούστες και διάφορα άλλα που μπορεί να τις φοράει κάθε επισκέπτρια, ίσως με μεταδοτικό νόσημα κλπ. Επίσης, όταν κυρίς οι κυρίες είναι συνοδευόμενες, είναι κάπως ντροπή να ελέγχονται. Την περισσότερη ευθύνη την έχει ο συνοδός.

Η ενδυμασία είναι, προφανώς, έκφραση κάποιων απόψεων. Αλλά το θρησκευτικό συναίσθημα έχει κάποιες ευαισθησίες κυρίως στο θέμα της ενδύσεως. Και κανένας δεν μπορεί να το προσβάλλει. Εξάλλου, η προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος ή θρησκευτικού λειτουργού κάθε θρησκεύματος, και μάλιστα εν ώρα τελέσεως των θρησκευτικών του καθηκόντων, τιμωρείται αμείλικτα από τον Νόμο, και σίγουρα ανευ αναστολής.

Συνεπώς, η επίσκεψη σε χώρο λατρείας και μάλιστα σε ορθόδοξο μοναστήρι, απαιτεί μεγάλη προσοχή. Τελεία και παύλα.

Παρόλα αυτά, πολλές φορές αναγκαζόμαστε να επαναφέρουμε στην τάξη ανθρώπους που νομίζουν ότι όλα τα ξέρουν, και μάλιστα τα θρησκευτικά, ενώ αγνοούν και τα στοιχειωδέστερα.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, είπαμε, επί λέξει: «Πού πάτε, κυρία μου;» Η επισκέπτρια, χωρίς καμία αντιλογία, αμέσως έφυγε με τον συνοδό της.

Στην είσοδο όμως της Εκκλησίας μας συνεχιζόταν ο θόρυβος. Οπότε ένας από τους μοναχούς εστάλη να δει τι γίνεται. Τον προπηλάκησαν όμως. Και εμείς, βλέποντας ότι καθυστερεί, πήγαμε να δούμε τί συμβαίνει.

Τότε κάποια μέλη, που όπως φάνηκε πρέπει να ανήκαν στην ίδια οικογένεια ή στην ίδια παρέα, άρχισαν εναντίον μας επίθεση του τύπου: «ποιος είσαι, ρέ» και «τί είσαι εσύ» ενώ πίσω μας κάποιοι έβριζαν την ανδρική μας υπόσταση και τιμή. Τότε μία κοπελλίτσα μας όρμησε λέγοντας: «γιατί την έδιωξες;» Και εμείς απαντήσαμε αναλόγως πολύ σκληρά …

Δηλαδή, είμαστε υποχρεωμένοι, μέσα στο σπίτι μας, να απολογούμαστε σε κάποια κοπελίτσα, απρόσκλητη, που ανέλαβε να υπερασπιστεί αυτόκλητη, αυτή και ο πατέρας της, κάποιον άλλον; Είναι το μοναστήρι σπίτι των μοναχών, όπου κατοικούν, αρνούμενοι τα κοσμικά, γιά την αγάπη του Χριστού; Μήπως κάποιοι πηγαίνουν στα Μοναστήρια, όχι από ευλάβεια, αλλά γιά να προκαλέσουν ιδεολογικές έριδες, και επειδή σεν θέλουν να τους βλέπουν οι άλλοι, αφού είναι δηλωμένοι στα φανερά άθεοι ή πολέμιοι της Εκκλησίας;

Και ενώ λεγόταν αυτά με την κοπέλλα, ένας κύριος, προφανώς πατέρας, συγγενής ή φίλος, ύψωσε κατακόρυφα τους τόνους και άρχισε τις απειλές. Όμως κάποια κυρία, πιθανώς η σύζυγος και μητέρα, μας καταπραϋνε, σχεδόν μας ζήτησε συγγνώμη.

Τελικώς, ενώ πρότεινε στους πιστούς να αποχωρήσουν, αποχώρησε μόνον η παρέα τους.

Στην συνέχεια, ακούσαμε καταγγελίες στην Μητρόπολη, στον κ. Δάλλα, πρώην Δήμαρχο Μακεδονίδος και σε κάθε σύναξη όπου βρισκόμαστε εμείς ή φίλοι της Μονής.

 

Το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου οπωσδήποτε έχει προσκυνηματικό χαρακτήρα. Και ουδεπόποτε αρνηθήκαμε σε προσκυνητές το προσκύνημα. Αλλά πολλές φορές υπάρχουν και παραλογισμοί.

  1. Γιατί κλείνετε το μεσημέρι; Κύριε, ελέησον.
  2. Γιατί δεν μας αφήνετε να μπούμε; (Οι κυρίες κυρίως καλύπτουν τα απολύως απαραίτητα και έχουν την απαίτηση να ονομάζονται προσκυνήτριες). Κύριε, ελέησον. Και πάλι
  3. Να πάτε να προσφέρετε και να μην κάθεστε εδώ. Κύριε, ελέησον.

 

Δηλαδή, να απολογούμαστε κάθε, φορά τα ίδια και τα ίδια σε κάθε άσχετο, γιά να μην πω ανόητο και κακότροπο.

 

Όταν όμως, ένα μοναστήρι αφ’ εαυτού, έχει ξεχάσει τον προορισμό του και δεν φροντίζει γιά τους μοναχούς, τα σπλάγχνα του, αλλά ενδιαφέρεται γιά μερικά γυναικάρια και μερικές οικογένειες, τότε πράγματι, έχασε, σαν μοναστήρι, τον σκοπό του.

Όταν ο ηγούμενος αγνοεί τα του οίκου του – του μοναστηριού του – και περιφέρεται σαν χαρισματούχος περιοδεύων, τότε η πλάνη ξεπέρασε τα όρια και καταντάει φατρία.

Όταν ο ίδιος ο ηγούμενος διατηρεί διαμέρισμα σε κοντινή πόλη, διαχειρίζεται χρήματα και έχει αποταμιεύσεις, τότε πράγματι ξεφύγαμε από τον ιερό μας προοσισμό.

Όταν μισθώνουμε με ογκώδες κεφάλαιο οικογένειες γιά να μας κυτάξουν στα γεράματα, τότε ήδη χάσαμε την μοναδική μας μοναχική ιδιότητα.

Στο Γεροντικό, υπάρχει μία ιστορία, όπου ένας μοναχός πέθανε και στο δωμάτιό του βρήκαν τρία χρυσά νομίσματα. Τότε ο ηγούμενος είπε να τα ρίξουν επάνω στον τάφο του. Και κατέβηκε από τον ουρανό αστραπή και κατέκαυσε το λείψανο του καλογήρου.

 

Η θέση του ηγουμένου σε ένα μοναστήρι, και μάλιστα κοινόβιο, δεν καθορίζεται από τους προσκυνητές, αλλά από τα θέσμια των αγίων πατέρων. Κάθε παρεκτροπή εκδικείται αφ’ εαυτής.

 

Φυσικά, όταν υπάρχει οικονομική αδιαφάνεια, τότε το παιχνίδι χάθηκε.

Η μοναχική πολιτεία είναι πολύ ευαίσθητη, γιατί είναι απολύτως διαφανής. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον Χριστόν.

Όταν υπάρχει κατασπατάληση τως ιερών αφιερωμάτων, σε χρήμα και ο,τιδήποτε άλλο, τότε είμαστε όμιλος ληστών και όχι αδελφότητα μοναχών.

 

Ο Θεός να μάς ελεήσει, με τις ευχές των γονέων μας και των γερόντων μας. Η πατρική μέριμνα του επισκόπου μας να μας σκεπάζει. Και ο Τίμιος Πρόδρομος να γίνεται συναντιλήπτορας, στις ανάγκες του μοναστηριού του και των τέκνων του, είτε τώρα είτε εν ώρα κρίσεως.

Θα μπορούσαμε κλείνοντας να αναφέρουμε τον λόγο του αγίου αποστόλου Παύλου: «Εγενόμην άφρων. Υμείς μέ ηναγκάσατε».

 

Εεκίνο τα βράδυ, τις προάλλες, όταν ο πειρασμός ησύχασε, βάλαμε εδαφιαία μετάνοια στο εκκλησίασμα και ζητήσαμε συγγνώμη. Και προσευχηθήκαμε γιά όλους. Μόνο εν μετανοίᾳ μπορεί να πορεύεται ο μοναχός. Ουδείς αποχώρησε και εξοδιάσαμε ειρηνικά τον επιτάφιο νεκρό.

Αλλά, τα δίκαια των μοναχών, στην ησυχία και στην ευπρέπεια του οίκου Κυρίου, δι’ ευχών του αγίου δεσπότου ημών, θα τα υπερασπιζόμαστε, παντί τρόπῳ και εν παντί καιρώ.

 

Αδελφοί, συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει

και ούτω, βοήσωμεν: Χριστός Ανέστη.


Ένας και άλλοι Χίλιοι διακόσιοι σαράντα

Η επίγεια πατρίδα μας έχει πολλούς λόγους να καυχάται. Έχει πολιούχο τον Μέγα Μακεδόνα, τον στρατηλάτη Δημήτριο, τον μεγαλομάρτυρα άγιο. Έχει συνοροφύλακα τον Άγιο Αθανάσιο και τον Άγιο Νικόλαο με τον άγιο Χριστοφόρο με το αγίασμα το θαυματουργό.

Έχει τον ΑγιοΚοσμά μεγάλο προστάτη.

Έχει ακόμα ένα δικό της παιδί που ξενιτεύτηκε και στην καινούργια πατρίδα την τίμησε. Και όταν γίνεται λόγος γιά το παιδί της, αυτό θα αναφέρεται αιωνίως και η επίγεια πατρίδα του.

Ο Νίκος ο Κοκοβίτης, ράφτης στο επάγγελμα, έφυγε στην Νάουσα, είτε αυτός είτε ο πατέρας και οι παπούδες του. Δεν ξέρουμε πότε. Αλλά ξέρουμε ότι ήταν Κοκοβίτης, δηλαδή από το σημερινό Πολυδένδρι Ημαθίας, την παλαιά μας Κόκοβα.

Και όταν ο Νίκος ήταν γύρω στα τριάντα, λίγο πάνω λίγο κάτω – δεν έχει σημασία, ο Εμίν Αγάς, ο Εμπού Λουμπούτ ή Ρουμπούτ πασάς, ο λεγόμενος ροπαλοφόρος, γιά την αγριότητά του, πάτησε την Νάουσα. Έσφαξε 1240 άντρες και ήρθε η σειρά του Νίκου, που έμελλε να είναι ο τελευταίος.


Νυμφίος και ψυχή, γαμπρός και νύφη.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως η αρχαία γλώσσα στα ιερά μας κείμενα μας συμφέρει. Αυτά τα «ακαταλαβίστικα» ελληνικά ρίχνουν ένα καμουφλάζ στα νοήματα και αυτό είναι «χρήσιμο».

Αυτές τις σκέψεις τις κάνω εμμελετώντας τις λέξεις πολλών τροπαρίων, στις τρεις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, που ψάλλουμε τον «Νυμφίο».

Πώς θα μας φαινόταν αν ο Νυμφίος γινόταν γαμπρός; Και η ψυχή μας ξαφνικά γινόταν νύφη σε αυτόν τον γαμπρό; Παράξενο και όμως αληθινό και πραγματικό.

Νύφη η ψυχή μου και γαμπρός της ο Ιησούς. Ποιό συναίσθημα να καταγράψουμε ως πρώτο;

Στην πρόσφατη μεγαλοσχημία μοναχού στο Μοναστήρι μας, ακούστηκε και πάλι από το στόμα του τελετάρχη, ότι ο Χριστός από τώρα και στο εξής, θα είναι μαζί σου, «συγκοιταζόμενος, συνανιστάμενος, γλυκαίνων και ευφραίνων την σήν καρδίαν». Δηλαδή, από σήμερα και στο εξής, μεγαλόσχημε μοναχέ, ο Χριστός θα κοιμάται και θα ξυπνάει μαζί σου, και θα σου γλυκαίνει την καρδιά. Τώρα τελούμε τους γάμους σου με τον Χριστό.

Να λοιπόν που πράγματι, ο Χριστός είναι ο Νυμφίος στις καρδιές κάποιων ανθρώπων, συνανθρώπων μας, των μεγαλοσχήμων μοναχών.

Και ποιος είναι ο Νυμφίος Χριστός; Ο ωραίος κάλλει. Δηλαδή αυτός που ως προς το κάλλος του προσώπου είναι ωραίος. Δηλαδή αυτός που είναι στην πιο κατάλληλη ηλικία της ομορφιάς.

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι μία εβδομάδα ερωτικής συνευρέσεως του Νυμφίου Χριστού με την νύμφη ψυχή. Και παστάς, δηλαδή νυφικό κρεββάτι αποτελεί η καρδιά.

Πόση καθαρότητα χρειάζεται γιά να δεχτεί η καρδιά έναν τέτοιο Νυμφίο;!  Πόσα αρώματα να ρίξει στα πόδια του, γιά να καθαριστεί η ίδια; Η πόρνη δηλαδή καρδιά; Μυστικές καταστάσεις, πού ζη η ορθόδοξη καρδιά, η καρδούλα του καλογήρου, τέτοιες μέρες;!  Μακριά από συναισθηματικά δάκρυα στην Via Dolorosa.

Η ορθόδοξη καρδιά, σύμφωνα με τα λόγια των ιερών υμνογράφων, ζη μία έκσταση δοξολογική.


aprosver.gr | Copyright © 2012 ArtPixel- Web & Graphic Design